αγνοούμαι


αγνοούμαι
αγνοούμαι, αγνοήθηκα, αγνοημένος βλ. πίν. 74

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀγνοοῦμαι — ἀγνοέω not to perceive pres ind mp 1st sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεξουδενούμαι — κατεξουδενοῡμαι, όομαι (Μ) περιφρονούμαι τελείως, εξουδενώνομαι, αγνοούμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ἐξ ουδενοῦμαι «εκμηδενίζομαι»] …   Dictionary of Greek